βουπρόσωπος

βου-πρόσωπος, ον,
A with the face of an ox or cow, Porph.Abst.3.16 (βοο- codd.), Lyd.Mens.4.46, Phlp. in GA185.11.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βουπρόσωπον — βουπρόσωπος with the face of an ox masc/fem acc sg βουπρόσωπος with the face of an ox neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουπροσώπους — βουπρόσωπος with the face of an ox masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουπρόσωπα — βουπρόσωπος with the face of an ox neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρόσωπο — Μέρος της κεφαλής που βρίσκεται κάτω από το μπροστινό τμήμα του κρανίου. Ο σκελετός του αποτελείται από 6 ζυγά οστά (άνω γνάθος, ζυγωματικό οστό, δακρυϊκό οστό, ρινικό οστό, κάτω ρινική κόγχη, υπερώιον) και από δύο μονά (κάτω γνάθος και ύνις)· τα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.